Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

Δυό επιστολές στη Ρίτα Αμπατζή (1η)

http://www.fileden.com/files/2008/6/6/1947074/Arhondoyios%20pantevetai%201934.mp3






Απέναντι στο δέντρο κάθεται και με κοιτάζει επίμονα
ένα πουλί. Δε ξέρω τι θέλει, ούτε τι σκέφτεται.
Επιμένει. Το κάνει κάθε μέρα.
Στο τέλος, αποφασίζω να γράψω ένα γράμμα
στη
Ρίτα την Αμπατζή,
σ΄ότι έχει απομείνει απ' αυτό το γλυκό κορίτσι...

Ριτάκι, αγαπημένο!

Πρώτα, ζητάω συγνώμη, από σένα και απ' όλους/ες άφησες πίσω σου, γιατί σου απευθύνομαι μ΄αυτό τον τρόπο. "Ριτάκι μου" έλεγες εσύ στον εαυτό σου μέσα στα τραγούδια. Οι άλλοι, οι παρόντες στις φωνοληψίες που θαύμαζαν τη φωνή σου, δε προχωρούσαν πέρα απ' το "Ρίτα", εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις. Κάτι μου λέει πως δεν έδινες παραπέρα δικαιώματα, εκτός σε ορισμένους, δηλαδή τι ορισμένους, τους κοντινούς σου Μικρασιάτες εννοώ που σε νιώθαν, σα το Μήτσο τον Ατραϊδη που του έλεγες με σίγουρη και αποφασιστική φωνή, "γειά σου, Ατραϊδη μου ντερβίση" κι εκείνος, στην επόμενη στροφή σου ανταποδίδει, "να χαρώ το στοματάκι σου, Ριτάκι μου". Θυμάσαι γιά ποιό τραγούδι σου μιλάω; Το "Ντερβίσης και Ρίτα" του Ιάκωβου Μοντανάρη.

Σου στέλνω αυτό το γράμμα, όπως πετάμε μιά βουλωμένη μποτίλια στο πέλαγο με μιά επιστολή. Νιώθω πως αυτό που έχει απομείνει από σένα, κάπου πλανιέται και μπορεί να μ' ακούσει. Γι αυτό το κάνω.

Το σόι του πατέρα μου ήταν Σμυρνιοί. Εφτά χρονώ ήταν όταν ήρθε εδώ. Ποτέ κανένας τους δε μου μίλησε γιά τον κόσμο τους, ούτε κι εγώ σκέφτηκα να ρωτήσω ποτέ μου. Σα να μην είχε συμβεί τίποτα... Όμως απ' τη ζωή μου, πριν ξυπνήσω, θυμάμαι έντονα δυό σημεία. Ένα χοντρό καυγά με προσβλητικά λόγια στη μάνα μου που ήταν Bορειοελλαδίτισσα, επειδή επέμενε να με πείσει γιά τα καλά της Δύσης κι εμένα να της αντιπαραθέτω, βίαια, την Ανατολή, χωρίς να ξέρω ακριβώς γιατί το κάνω. Το άλλο είναι μιά αίσθηση οικειότητας, ένα λύσιμο της καρδιάς, κάθε που το πλοίο των διακοπών έφτανε σε νησί του ανατολικού Αιγαίου. Δε πολυέψαχνα το γιατί, δε μπορούσα να το αναλύσω. Πολλά χρόνια αργότερα μου λέει ένας φίλος, "θα σου βάλω ν΄ακούσεις ένα CD της Heritage, να δεις τι υπέροχα καθαρό ήχο έχει". Μου είπε να στηθώ δίπλα σε δυό ηχεία και ν΄ακούσω τα τραγούδια σου. Τα τραγούδια τά'ξερα, τα είχα από χρόνια, αλλά η καθαρότητα του ήχου ήταν απίστευτη. Μπόρεσα ν΄ακούσω ως και την ανάσα σου! Εκείνη τη στιγμή συνέβη κάτι σημαντικό γιά μένα που το κατάλαβα αργότερα. Η φωνή σου έκανε να λυθεί ένας σφιγμένος και κρυμένος κόμπος μέσα μου. Ένιωσα να φωτίζεται και να βλέπω καθαρά το βαθύτερο παρελθόν της περίπτωσής μου και πήρα, από τότε, το δρόμο που οδηγάει κοντύτερα σ΄αυτό.

Όλες οι σκέψεις που ξεδιπλώνονται παρακάτω ακουμπάνε στο συναίσθημα. Ξέρουμε ελάχιστα πράγματα γιά σένα κι έτσι, απομένει το αφούγκρασμα της μαγικής σου φωνής, η φαντασία, το ένστικτο και ο συνδυασμός με τα ψήγματα πληροφοριών...

Είμαι σίγουρος πως καθόλου εύκολος δεν ήταν ο δρόμος που διάνυσαν οι γυναίκες τραγουδίστριες μέσα στον κόσμο των ρεμπετών και των εταιριών δίσκων. Δε ξέρω καθόλου πόσο σκληρή μπορεί να ήσουνα, ή πόσο εύθραυστη. Εύθραυστη, είναι σχεδόν αδύνατο να μην ήσουνα. Η εμπειρία της Σμύρνης στα 13 (;) σου, τι είδες και τι έζησες εκεί, δε θα το μάθει κανείς ποτέ. Η εξαφάνιση του πατέρα σου, το άτακτο φευγιό, οι συνθήκες των πρώτων χρόνων στην Ελλάδα, πρέπει να άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στο χάρτη της καρδιάς σου. Όλ' αυτά πρέπει να πέρασαν, με κάποιο τρόπο, μέσα στις συμπεριφορές, ακόμα και μέσα στη φωνή σου.

Οι έντονες ψυχικές εμπειρίες σε πρώιμη ηλικία, μελανώνουν και θαμπώνουν γιά πάντα τη συναισθηματική ζωή. Διαφορετικά στο κάθε φύλο, ιδιαίτερα σοβαρά στις γυναίκες. Μόλις τα τελευταία χρόνια έχει σκύψει, πιό υπέυθυνα, η ψυχιατρική έρευνα πάνω σ΄αυτό το θέμα, κύρια εξαιτίας της ενδυνάμωσης του φεμινιστικού κινήματος και της προώθησης του συνθήματος, "τα προσωπικά είναι πολιτικό θέμα". Oι έρευνες είναι, ακόμα και ως συνήθως, περισσότερο προσανατολισμένες στο αντρικό φύλο, ιδιαίτερα στις μετατραυματικές καταστάσεις στρατιωτών διαφόρων πολέμων. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι, στρατιώτες του Α' Παγκόσμιου Πόλεμου που ήταν εγκλωβισμένοι στα χαρακώματα, υπόφεραν από υστερικά συμπτώματα, απώλεια μνήμης και απάθεια. Το άτομο πέφτει κάτω από τον έλεγχο αμυντικών μηχανισμών που απωθούν και εθελοτυφλούν στα κύματα των τραυματικών αναμνήσεων. Είναι μιά φυσιολογική ανθρώπινη τάση το να μη θέλει κανείς να θυμάται και να προσπαθεί να "ξεχάσει". (βλ. απωθήσει) αυτά που τον/την πλήγωσαν. Μήπως αυτό μας λέει κάτι σε σχέση, αφενός με την παρατεταμένη σιωπή των προσφύγων και αφετέρου, γιά τις αντιδράσεις του ελληνικού λαού μετά τον εμφύλιο, αντιδράσεις σ' όλα τα επίπεδα; Από το ξεπούλημα των επίπλων, προσωπικών αντικειμένων και ενθυμήσεων στους παλιατζήδες (που όργωναν την Ελλάδα) και την αντικατάσταση των επίπλων με απρόσωπους, φτηνούς καπλαμάδες, ως και την ανάγκη νέων μουσικών και ρυθμών; Αυτά τα πράγματα είναι ως αδύνατο να γίνουν καταληπτά από γενιές που μεγάλωσαν σε ειρηνικές συνθήκες. Ακόμα, αν δεν έχει βιώσει κάποιος/α προσωπικά, συνθήκες μετανάστευσης (ιδιαίτερα βίαιης μετανάστευσης), είναι αδύνατο να καταλάβει τι σημαίνει ξερρίζωμα από το μητροπατρογονικό περιβάλλον και τη μεταφορά σ' ένα ξένο τόπο όπου σε κοιτάζουν με λύπηση ή, συνηθέστατα, με αντιπάθεια ("ξενητειά, τα πλούτη σου δε τα ζηλεύω").

Tί αισθανόσουν άραγε όταν τραγουδούσες στα 1934, σε ηλικία 31 χρονώ, το παραδοσιακό "Αρχοντογιός παντρεύεται";

Αρχοντογιός παντρεύεται
και παίρνει προσφυγούλα,
προσφυγούλα μαυρομάτα μου
και παίρνει προσφυγούλα,
προσφυγούλα, σε κλαιν τα μάτια μου.

Σαν τ' άκουσε, σαν τ' άκουσε η μάνα του
τα δέντρα ξερριζώνει,
προσφυγούλα, μαυρομάτα μου,
τα δέντρα ξερριζώνει,
προσφυγούλα, σε κλαιν τα μάτια μου

Πιάνει δυό φί -, πιάνει δυό φίδια ζωντανά.
πιάνει τα τηγανίζει,
προσφυγούλα, μαυρομάτα μου,
πιάνεθ τα τηγανίζει,
προσφυγούλα, σε κλαιν τα μάτια μου

Και με την πρώ - και με την πρώτη πηρουνιά
καρδιά της φαρμακώθη
προσφυγούλα, μαυρομάτα μου,
καρδιά της φαρμακώθη,
προσφυγούλα, σε κλαιν τα μάτια μου
Το 1934 ήταν η χρυσή σου χρονιά και ήσουν ήδη μιά απόλυτα καθιερωμένη τραγουδίστρια. Σε τραγούδια παραδοσιακά σαν κι αυτό, μπορεί κανείς πραγματικά να σ' απολαύσει γιατί στα παραδοσιακά φαίνεσαι να ξεδιπλώνεις, στο έπακρο, όλες τις φωνητικές σου δυνατότητες. Εκεί αισθανόσουν πιό αυτεξούσια, μην έχοντας το συνθέτη από πάνω σου.
Μιλώντας γιά συνθέτες, ο Τούντας γιά παράδειγμα, δεν είχε ο ίδιος οικονομικά προβλήματα και του ήταν εύκολο να "χαϊδεύει" το αγοραστικό κοινό με τραγούδια σα το "Φτώχεια μαζί με την τιμή" (στα 1934, Columbia DG-498) όπου, προφανώς σου υπέδειξε(;) να πετάξεις εκείνο το "να ζήσ' η φτώχεια", που το λες τελείως ανόρεχτα... Γιατί, τίποτα δε μπορεί να με πείσει ότι εσύ και οι τραγουδίστριες της εποχής σου, ακόμα και οι πιό τσαχπίνες και επαγγελματίες σα τη Ρόζα, γούσταραν, μέσα τους, να τραγουδάνε στίχους που τις εμφάνιζαν μόρτισσες, που είχαν καθήσει φυλακή, που περνούσαν πιό καλά στη φτώχεια, που ξέραν να ρίχνουν πιστολιές κτρ.
Παρένθεση 1. Το "περνάω καλύτερα στη φτώχεια" είναι ένα πολύπλοκο θέμα. Αν ζω μέσα στη φτώχεια και μου "προτείνουν", μου δοθούν δηλαδή ευκαιρίες εξόδου απ' αυτήν, η απάντησή μου εξαρτάται από το τί είδους είναι αυτές οι ευκαιρίες. Αν πρόκειται να πουλήσω την ψυχή μου, ν' απαρνηθώ μιά αγάπη, να μπω σ' ένα περιβάλλον που με κάνει να αισθάνομαι άβολα και που με βλέπουν σα ξένο σώμα τότε, έχω λόγους να προτιμήσω τη φτώχεια μου, την τιμή και την αξιοπρέπειά μου.

Από τότε λοιπόν που άκουσα "καθαρισμένα" τα τραγούδια σου, μού'χει σφηνώσει μιά σκέψη στο κεφάλι. Μιά αίσθηση ότι ήσουν κάπου αλλού, τις περισσότερες φορές. Σα να μη το γούσταρες όλο αυτό το νταλαβέρι ή, γιά να είμαι πιό ακριβής, τις συνθήκες και την ατμόσφαιρά του. Κάποιοι, ανάμεσα στους συνθέτες και τους τραγουδιστές δεν έχαναν την ευκαιρία, όταν οι στίχοι του τραγουδιού τους ενέπνεαν, να πετάξουν κάποιο διφορούμενο σχόλιο στην τραγουδίστρια - η αλήθεια είναι, πολύ έμμεσο - έτσι, για να δημιουργηθεί ατμόσφαιρα και να καλοπιάσουν το αντρικό αγοραστικό κοινό. Σε κανένα όμως απ' τους δίσκους σου δεν υπάρχει κάτι, εκ μέρους τους, που να υπερβαίνει τα όρια. Σα να ενέπνεες ένα σεβασμό γύρω σου. Οι διακυμάνσεις της φωνής, οι χαιρετισμοί σου, δίνουν την εντύπωση ότι επειδή ήξερες από νωρίς πως είχαν τα πράγματα, κρατούσες αποστάσεις ασφαλείας. Ότι δεν ήθελες πολλά-πολλά, έλεγες τα τραγούδια σου και έφευγες, κάτι που το συνδυάζω και με το ότι απόφευγες τα μαγαζιά... Δε ξέρω αν έχω δίκιο. Δεν αμφιβάλλω ότι υπεράσπιζες τα δικαιώματά σου, αυτό που είχες χτίσει και τη θέση που είχες μέσα στην καρδιά αυτών που σε αγαπούσαν. Ήσουν άλλωστε αυτή που, με μεγαλύτερη συχνότητα απ' όλους τους άλλους/ες, χαιρετούσες τον εαυτό σου μέσα στα τραγούδια σου. Τα "γειά σου Ρίτα/Ριτάκι/Ρίτα, παιδί μου/Ρίτα, μάγκισσα", παν κι έρχονται και καλά έκανες γιατί το άξιζες! Μάλλον υπήρχε κι άλλος που θα τον δούμε παρακάτω.

Έχω ακούσει "χιλιοστό προς χιλιοστό" τα τραγούδια που έχεις πει, προσπαθώντας να "κοιτάξω" πίσω απ' τη φωνή σου, να καταλάνω πως μπορεί να ένιωθες, πότε ήσουν κουρασμένη, χαρούμενη, απογοητευμένη. Ποιά τραγούδια σου άρεζαν, ποιά βαριόσουνα και τά'λεγες επειδή έπρεπε. Νομίζω πως κάποια πράγματα κατάφερα, αν και δεν ήταν εύκολο. Η ικανότητά σου, το ταλέντο σου, η πείρα και η ευκολία στα παιξίματα και τα τσακίσματα της φωνής σου, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για να "δει κανείς από πίσω"...

Το "Tchανγκαράκι" όπως το προφέρεις (1931, K. Σκαρβέλης) που είναι, ίσως, το πρώτο τραγούδι σου, πρέπει να το τραγούδησες όταν ήσουν 28 χρονώ.
Στα 29 σου (1932) φωνογράφησες το "Γαλατά Μανέ" - που δυό χρόνια νωρίτερα τον είχε πει κι ο Νούρος. Εκεί. ο Δημ. Σέμσης ο Σαλονικιός τά'χει χάσει μαζί σου και σε χαιρετάει. Εσύ του λες, με την πάντα εφηβική φωνή σου, "γειά σου Σαλονικιέ μου, να χαρώ τα δαχτυλάκια σου" που είναι το πιό τρυφερό κοπλιμέντο απ' όσα είπες μέσα σ' όλους τους δίσκους σου. Ο μανές αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ο καλύτερος που έχεις πει, άσχετα αν στο "Gazeli nevah sabah", δυό χρόνια αργότερα, είσαι πιό ώριμη και βγάζεις ένα μελαγχολικό αριστούργημα.

Δυό επιστολές στη Ρίτα Αμπατζή (1η) (συνέχεια)

η Σοφίτσα Αμπατζή - Καρίβαλη

Η αδελφή σου, η Σοφία, έχει πει κάποια στιγμή με πίκρα: "πηγαίναμε στις επαρχίες. Δουλέψαμε και με τη Ρίτα μαζί, στα Βασιλικά της Χαλκίδας. Μιά δουλιά, σαν αδελφές πήραμε. Δεν ξαναδουλέψαμε μαζί. Και τον δίσκο μου όταν άκουσε δεν ξαναδούλεψε μαζί μου. Φοβήθηκε. Δόξα τω Θεώ. Όλα εδώ μένουν. Τίποτα δεν παίρνει ο άνθρωπος μαζί του".
Δε παραξενεύτηκα όταν το διάβασα. Είχα φανταστεί πως μπορεί να υπήρχαν αντιζηλίες μεταξύ σας, είναι ανθρώπινο. Αυτό το "φοβήθηκες" που είπε η αδερφή σου, δε ξέρω πόσο αληθινό μπορεί να είναι. Δε θα με παραξένευε κι αν ήταν. Ξέρω πως όλοι οι άνθρωποι μπερδεύονται όταν πέφτουν πάνω τους πολλά φώτα. Η Ρόζα Εσκενάζι είχε πει, χαμογελώντας με νόημα, ότι ζηλευόσασταν μεταξύ σας. Μπορεί η αδερφή σου να το είπε γιά να τονώσει τη δική της περηφάνεια, να είχε παράπονα από σένα γιά έλλειψη βοήθειας και γιά το μεγάλο κομμάτι της πίτας που πήρες. Η φωνή της Σοφίας ήταν πολύ καλή, αλλά η ζωή δε δίνει τα ίδια δώρα σ΄όλους τους ανθρώπους. Έτσι είναι.


Λένε πως ο κόσμος συζητούσε γιά το ποιά είχε καλύτερη φωνή, η Ρόζα ή εσύ. Πιστεύω πως ήταν ένα πλαστό δίλημμα. Γιά το μη εξοικειωμένο αυτί οι φωνές σας μοιάζαν σε κάποια τραγούδια κάπως, ή αρκετά. Δεν είναι παράξενο πού, κύρια εσύ και σε δευτερεύοντα βαθμό η Ρόζα, "σταμπάρατε" τα τραγούδια, αμολώντας τον αυτοχαιρετισμό. Είχατε όμως τελείως διαφορετικές φωνές. Της Ρόζας ήταν απόλυτα έξοχη και μ' αυτή πορευόταν. Ήταν κάπου αλλού η Ρόζα. Ευέλικτη αλλά και χωμένη βαθιά στην ανατολίτικη μουσική. Ήταν και σκληρό καρύδι. Κρατήθηκε, φωνητικά, ζωντανή ως αργά. Το 1954 τραγουδούσε ακόμα και η φωνή της έλαμπε. Η Ρόζα ήταν ένα μνημείο, ένα ανεπανάληπτο μνημείο. Ήταν και η περίπτωση της γυναίκας που δημιουργούσε ηλεκτρικές εκκενώσεις γύρω της. Αυτό πρέπει να λειτούργησε προς όφελός της, στο να πάρει επιπλέον τραγούδια. Εκφράστηκε με προσοχή γιά σένα. Είπε πως είσασταν λίγο σα τη γάτα με το σκύλο, πράγμα κατανοήσιμο.
Εσύ ήσουν πιό μπροστά στο χρόνο, ευέλικτη μ' έναν άλλο τρόπο, είχες πολλά συναισθηματικά χρώματα. Ήσουνα μιά ανεπανάληπτη περίπτωση εύθραυστης και ευαίσθητης ερμηνεύτριας. Δεν είχες μιά, είχες τουλάχιστο τρεις "διαφορετικές" φωνές. Στο "Μαριανθάκι" (1934) του Π. Τούντα, δοκιμάζεις μιά επιθεωρησιακή φωνή που δε τη χρησιμοποίησες ξανά. Σε κάποια παραδοσιακά νησιώτικα, ακούγεται μιά άλλη Ρίτα, χωρίς τα γνωστά σου φωνητικά τσακίσματα. Στο τραγούδι "Μαργαρίτα"(1937) του Σ. Χρυσίνη ακούγεται μιά "άλλη" Ρίτα κι εκεί, φαίνεται καθαρά πως είχες κι άλλες δυνατότητες.
(συνεχίζεται)

Τέλος 1ης επιστολής

Η Ρόζα ήταν ένα μνημείο, ένα ανεπανάληπτο μνημείο. Εσύ ήσουν μιά ανεπανάληπτη περίπτωση εύθραυστης, έξυπνης και ευαίσθητης τραγουδίστριας. Η Εσκενάζι εκφράστηκε με προσοχή και σεβασμό γιά σένα. Είπε πως είσασταν λίγο σα το σκύλο με τη γάτα, πράγμα κατανοήσιμο. Η Ρόζα ήταν η περίπτωση της τσαχπίνας τραγουδίστριας που δημιουργούσε ηλεκτρικές εκκενώσεις γύρω της, πέρα απ΄τη σπουδαία φωνή και την πείρα της. Αυτό λειτούργησε σίγουρα σα κάτι επιπλέον στο να την επιλέγουν. Εσύ, δε μου δίνεις την εντύπωση ότι πατούσες σε κάτι τέτοιο.


Πέρα απ΄το ότι όλοι οι αρσενικοί του ρεμπέτικου που μίλησαν, ελάχιστα πράγματα είπαν γιά σας τις γυναίκες, με την περίπτωσή σου υπάρχει μιά περίεργη σιγή. Τις προάλλες, ξαναδιαβάζοντας αυτά που έχει πει ο Μιχάλης Γενήτσαρης στον Κώστα Χατζηδουλή (Ρεμπέτικη ιστορία 1, σελ. 153-154, εκδ. Νεφέλη), πρόσεξα ότι αναφέρει κάποιον Στελλάκη, "...ο Στελλάκης της Ρίτας, τσίμπαλο. Ο Στελλάκης που λέω, δεν είναι ο Περπινιάδης, αλλά ένας άλλος Στελλάκης που έπαιζε τσίμπαλο και επειδή είχε γκόμενα τη Ρίτα Αμπατζή τον λέγαμε, ο Στελλάκης της Ρίτας". Ίσως ο Στελλάκης να ήταν ο μετέπειτα άντρας σου. Σκεφτόμουνα ότι οι άντρες δε τα μπορούν αυτά, να είναι δηλαδή στη σκιά μιάς γυναίκας. Εμένα όμως μου αρέσει που τον λέγαν έτσι. Εσύ ήσουνα το λαμπερό άστρο κι όποιος έπεφτε κοντά σου θά΄πρεπε να σε φροντίζει, να σου ανοίγει το δρόμο.


Μετά την Κατοχή σταμάτησε ο κατακλυσμός των φονογραφήσεων. Μάλλον οι εταιρίες έκριναν πως πέρασε ο καιρός σου. Τα σμυρνέικα ήταν στραγγαλισμένα, μιά προσπάθεια που έγινε το 1939 με τον Β. Τσιτσάνη ("Απόψε να μην κοιμηθείς", μαζί με τον Στελλάκη Περπινιάδη), δεν είχε συνέχεια.


Στα σημειώματα γιά σένα αναφέρεται ότι δεν έκανες άλλες φονοληψίες μετά τον πόλεμο, πράγμα που δεν ευσταθεί. Συνέχισες με παραδοσιακά και υπάρχουν και κάποια 45άρια, ακόμα και μετά το 1960. Μόνο στη λίστα των 250 τραγουδιών που διαθέτει η σελίδα sealabs υπάρχουν εφτά τραγούδια ανάμεσα στο 1949-1952. Είναι τα:


1. Μες του Χελμού τα έλατα (1949) παραδοσιακό HMV AO2884
2. Χωριάτισσα (1949) παραδοσιακό, καταχωρημένο στο όνομά σου, ΗΜV AO-2884
3. Αχ, κι εσείς λελουδικά μου (1950) παραδοσιακό, καταχωρημένο στο όνομά σου, HMV AO-2995
4. Παντρεύουνε τη Βαγγελιώ (1950) παραδοσιακό, HMV AO-2975
5. Χωριατοπούλα του Μωριά (1950) παραδοσιακό, HMV AO-2975
6. Έφυγε η αγάπη μου (1950) καταχωρημένο στο όνομά σου
7. Κούνα, κούνα το κορμί σου (1952), σύνθεση του Θ. Μπουρλιάσκου, Parlophone B-74268


Σ΄όλα τα παραπάνω τραγούδια φαίνεται καθαρά πόσο καλά κάτεχες την τέχνη του παραδοσιακού, πού η όποια κούραση της φωνής σου περνάει σε δεύτερη μοίρα. Μάταια περιμένω ν΄ακούσω κάποιο "χαιρετισμό" σου σε μουσικό, να σ΄ακούσω να λες τ΄όνομά σου, αλλά το Ριτάκι σιωπά. Είχες περάσει πιά σε μιά άλλη διάσταση, δεν άντεχες και δε "σου λέγαν" πιά αυτά που άκουγες...

Ας σταματήσω σ΄ένα απ΄τα τελευταία τραγούδια σου, το "Έφυγε η αγάπη μου", που είναι ένας αργός καλαματιανός. Βρισκόμαστε στα 1950. Όταν ακούσει κανείς το τραγούδι προσεκτικά, διακρίνει ότι η φωνή σου είναι αρκετά καλή, αλλά υπάρχει μιά αισθητή αργοπορία σου να "μπεις" όταν είναι η στιγμή και ότι δυσκολεύεσαι να ξαναβρείς τη συνέχεια, μετά απ¨τα τσαλίμια που έκανες. Αυτό με κάνει να σκεφτώ ότι κάτι ένιωθες που δε σου πήγαινε καλά και παρακάλεσες να "πάτε" το τραγούδι σε αργότερο ρυθμό, ή ότι στο πρότειναν οι μουσικοί στις πρόβες, βλέποντας πως δυσκολευόσουνα. Αν αφήσω τη φαντασία μου να τρέξει μέσα στην αίθουσα φονοληψίας, βλέπω θολά το σεβασμό των μουσικών απέναντι σ΄ένα ζωντανό θρύλο, αλλά και αμήχανες ματιές στις μικρές καθυστερήσεις σου και την προσπάθεια του βιολιτζή να σε "πετάξει έξω". Θα τά΄νιωθες όλ΄αυτά, θα τά΄βλεπες με τα γλυκά και γρήγορα ματάκια σου. Τι να σκεφτόσουν εκείνες τις στιγμές; Θύμωνες με τον εαυτό σου, ή σκέπαζε τα μάτια σου μιά μεμβράνη μελαγχολίας;


Το 7, το "Κούνα, κούνα το κορμί σου", δυό χρόνια αργότερα, ίσως νά΄ναι το κύκνειο άσμα σου. Εκείνη τη μέρα είσαι 49 μόλις χρονώ, αλλά έχουν δει πολλά τα μάτια σου κι έχουν ακούσει πολλά τ΄αυτιά σου. Τραγουδάς, αλλά δε το λέει η ψυχούλα σου. Ο ήχος είναι κάτι πιά διαφορετικό, όχι εκείνο που ήξερες. Είναι ο ήχος της νέας Ελλάδας που έχει ανάγκη να ξεχάσει τα παλιά, που στήνει κάτι καινούριο, που έχουν μπει μέσα της οι αμερικάνικες Σειρήνες και την κάνουν ν΄αλλοιθωρίζει.. Το τραγούδι προσπαθεί να κρατήσει την παλιά ατμόσφαιρα, τους μάγκες, τα σουτζούκια και τα τσαντζίκια, χρησιμοποιεί φράσεις-κλισέ του παρελθόντος, μπαίνει όμως μες τους στίχους εκείνο το "και φωνάζουν να μας ζήσει το κουκλί της Κοκκινιάς, μιά και είναι το καμάρι και η σταρ της γειτονιάς"... Ναι, ξέρω, είναι ένα φιλικό πείραγμα, μιά σπόντα στην κατάσταση που έχει κιόλας επικρατήσει (και συνεχίζεται ακάθεκτη). Δε νομίζω ότι σε αφορούσαν πιά τέτοιες νύξεις. Οι άνθρωποι πιστεύουν, μετά από κάποια ηλικία, ότι δε μπορούν να παρακολουθήσουν πιά την "εξέλιξη" και, συνηθέστατα, το βιώνουν σαν ήττα, σα να άνοιξε η πόρτα των γερατειών μπροστά τους. Οι νέοι, παρατηρώντας τους, πιστεύουν το ίδιο. Εκείνο που αγνοούν και οι μεν και οι δε είναι ότι, υπάρχει μιά καθοριστική διαφορά ανάμεσα στο "δε μπορώ" και στο "δε θέλω να μπορώ". Το δεύτερο δε σημαίνει ανικανότητα αφομοίωσης, παρακολούθησης των τεκμαινομένων,δε σημαίνει αδυναμία κατανόησης των αλλαγών. Σημαίνει αποστασιοποίηση, συνειδητή αδιαφορία και απομάκρυνση. Στη δική σου περίπτωση, αν κάπως έτσι ένιωθες, θα σήμαινε κάτι σαν, "ρε παιδιά, εγώ έχω τραγουδήσει με μουσικούς που πιάναν πουλιά στον αέρα, με ανθρώπους σεβνταλήδες, με βαθύ μεράκι και μουσική μόρφωση που διαχέονταν μέχρι τον τελευταίο πόρο του σώματός τους. Αυτά τώρα τα πράγματα, τι να μου πουν;"... Πέφτω πολύ έξω, Ριτάκι;


Έτσι, απόμενε ο χώρος του παραδοσιακού τραγουδιού που τον κάτεχες πολύ καλά απ¨το παρελθόν. Συνέχισες με πανηγύρια γιατί, όσο κι αν η φωνή σου είχε χλωμιάσει, έβλεπε ο κόσμος και άκουγε μιά μεγάλη τραγουδίστρια που ξετύλιγε, έστω και με κουρασμένη φωνή, όλες τις φωνητικές και ασυναγώνιστες τεχνικές που είχε χτίσει με τα χρόνια.


Και κάποια μέρα, αυτή η μέρα που κανείς δε ξέρει πότε θά΄ρθει, αρρώστησες, τυραννίστηκες και έφυγες στα 66 σου χρόνια. Μας άφησες κληρονομιά έναν, μη καθορισμένο εντελώς ακόμα, αριθμό τραγουδιών (ίσως γύρω στα 400), σημαδεμένων από την ζεστή, λίγο βραχνή (βλ. 2η επιστολή - αδημοσίευτη ακόμα) και αισθησιακή φωνή σου.


Όταν ακούω εκείνο το υπέροχο τραγούδι του Στέλιου Χρυσίνη, τη "Μαργαρίτα", σκέφτομαι πως ίσως είναι ένα από τα απλούστερα, αλλά και καλύτερα δείγματα που τονίζουν πως όλη αυτή η ιστορία με τα "σμυρνέικα", είχε πολύ δρόμο ακόμα να κάνει. Αυτή η επαναλαμβανόμενη μελωδία, τα σίγουρα δάχτυλα του Χρυσίνη, οι πολύ καλοί στίχοι, η πάντα τέλεια φωνή σου, δείχνουν πεντακάθαρα πόσο τσαγανό υπήρχε ακόμα ανεκμετάλλευτο σ΄αυτή την ιστορία. Τί να γίνει; Οι ηλίθιοι είναι ακατανίκητοι... Το τραγούδι όμως αυτό, που γιά πολλούς/ές μπορεί να μη λέει πολλά πράγματα, ξεφεύγει από το γνωστό στιλ των "σμυρνέικων" και πάει κάπου αλλού. Η μελωδία του θα μπορούσε να είχε γραφτεί σήμερα και να μη βιώνεται σα μελωδία παλιότερων εποχών.


Πονάει πολύ που δε ξέρω περισσότερα γιά τη ζωή σου. Γιατί να προσπαθώ να μαντέψω ακούγοντας μοναχά τη φωνή σου; Σ΄ακούω στο παραδοσιακό "Τα λερωμενα τ΄άπλυτα" του 1930(;). Χαιρετάς το Σέμση, λέγοντας: "γειά σου, Σαλονικιέ μου, ποτέ να μην πεθάνεις!". Η φωνή σου, εκείνη τη στιγμή και όχι στο ίδιο το τραγούδι, ακούγεται βραχνή, κουρασμένη. Αν το τραγούδι χτυπήθηκε το 1930, εκείνη την ημέρα ήσουνα 27 μόλις χρονώ. Ήσουν απλά βραχνιασμένη από κρύωμα, ή ήταν κούραση της φωνής από άλλους λόγους; Παραπλήσια ακούγεσαι και σ΄άλλα παραδοσιακά εκείνα τα χρόνια, ενώ στα καθαρόαιμα "σμυρνέικα" του ίδιου καιρού, η φωνή σου είναι γάργαρη σα το νερό βουνήσιας πηγής. Στο επίσης παραδοσιακό "Τι έχεις βλάμη κι αρρωσταίνεις", κι αυτό του 1930, ακούγεσαι φρέσκια και κεφάτη. Χαιρετάς το Σαλονικιό κι αυτός, από το βάθος, σου ανταποδίδει, "γειά σου Ρίτα, αηδονολαλούσα!".

Δε καταφέρνω να καταλάβω... Δυό εκδοχές μπορώ να φανταστώ. Ή ότι η φωνή σου ήταν ευαίσθητη και φορτωνόταν πολύ, ή ότι οι ψυχικές σου ισορροπίες ήταν λεπτές και την επηρρέαζαν. Αν μπορούσα να μπω στη ψυχούλα σου...

Έφυγες, αφήνοντας στα χέρια του Πετρόπουλου ελάχιστες φωτογραφίες που δείχνουν μιά σοβαρή και αξιοπρεπή Ρίτα Αμπατζή. Νά΄ναι αιώνια η μνήμη σου. Σου εύχομαι να πλανιέται η ψυχή σου στα μέρη που αγάπησες, σε γλέντια ατέλειωτα μ΄αυτούς κι αυτές που σ΄αγάπησαν.
Σε βλέπω καθαρά να κάθεσαι σ΄ένα μεγάλο τραπέζι με κόσμο πολύ και νά΄σαι αφημένη και χαλαρή, εσύ απ΄τη μιά μεριά και η αδερφή σου η Σοφία απ΄την άλλη, στην αγκαλιά του πατέρα σας που τον στερηθήκατε και χάθηκε στα βάθη της Ανατολίας...


Θα σ΄έχω πάντα μέσα μου να φεγγίζεις. Θά΄σαι ως τη στερνή στιγμή μου κείνο το γλυκόλαλο, βραχνό αηδόνι που έδειξε τι θα πει τραγούδι από ψυχή και λαιμό Μικρασιάτικο...