Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

Γειά σου, ρε Ρίτα!



Γειά σου ρε Ρίτα!!!


Η ειρωνεία, σα μέσο παρηγοριάς, στην οικονομικά δύσκολη δεκαετία του ΄30 είναι ένα σπάνιο φαινόμενο στα μικρασιάτικα και στα ρεμπέτικα. Μόνο ο Γρηγοράκης Ασίκης και, αργότερα, ο Βασίλης Τσιτσάνης τη χρησιμοποίησαν, σε μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού τραγούδια.

Εδώ, έχουμε ένα μοναδικό παράδειγμα σε τραγούδι του τυφλού Στ. Χρυσίνη, παιγμένο με τα ασημένια του δάχτυλα. Είναι η "Μαργαρίτα" (1937)


Η καημένη η Μαργαρίτα να ξεφύγει δεν μπορεί,
πως επάτησε στην πίτα*, μοναχή της τ΄ απορεί.
την επάντρεψ΄η μαμά της με τον πρώην έμπορά* της,
και της έχει στ΄όνομά της προίκα απείραχτη, γερή.


Έχει μιά καλή παράγκα, μα δεν θέλει να το πει,
εκατόν πενήντα φράγκα έδωσε γιά τη σκεπή,
έχει όλα τα προικιά της, π΄απορεί όποιος τα δει
ένα τρύπιο μαξιλάρι και μιά κούνια γιά παιδί.

Στο περίπατο την βγάζει να ζηλεύ΄η γειτονιά,
και τα λούσα που της βάζει δε τα βάζει άλλη καμμιά
τη βοήθησε η τύχη κι είναι σ΄όλα τυχερή,
πέντε φράγκα έχ΄η πήχυ το φουστάνι που φορεί.

Κι έτσι τώρα η Μαργαρίτα έχει όλα τα καλά,
πάτησε γερά στην πίτα* κι έχει και λεφτά πολλά,
μ΄ένα δίφραγκο γυρίζει, πότ΄εδώ και πότ΄εκεί,
με πενήντα δράμια ρύζι την περνάει την Κυριακή.




Σχόλια
πατάω (σ)την πίτα = αποτυγχάνω οικτρά, διαψεύδονται οι προσδοκίες μου
έμπορας = διφορούμενο το νόημα. Μπορεί να σημαίνει τον πρώην νταβατζή της μητέρας ή, απλά, πλανόδιο ή όχι, έμπορο.